Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Λάβαμε (1)

Φωτό και κείμενο του Κωστή Μαργιόλη



«Είναι κάτι σταυροδρόμια μαγεμένα, που συναντιόμαστε και ύστερα χανόμαστε...», λέει  ένα παλιό αγαπημένο τραγούδι. Τέτοια ήταν και η συνάντηση με τον Περικλή Κοροβέση, Άνοιξη του 2009. Εμφανίστηκε στο δρόμο μου αναπάντεχα και μαγικά. Σαν ουρανοκατέβατος. Σαν από θαύμα, θα λέγαμε αν είχε κάποιος από τους δυο μας πίστη σε μεταφυσικές δοξασίες.  

Ηταν απομεσήμερο Παρασκευής. Είχα ξεμπερδέψει νωρίς απ΄τη δουλειά κι είχα μπροστά μου το υπόλοιπο μισό της μέρας να το κάνω ό,τι θέλω ή ό,τι τύχει. Χρόνος κερδισμένος από τη μισθωτή εργασία. Χρόνος ελεύθερος. Χρόνος για ξόδεμα.

Κατέβηκα τη Μιχαλακοπούλου, βγήκα στη Βασιλίσης Σοφίας, σταμάτησα να πάρω ένα καφέ στο χέρι και συνέχισα την τεθλασμένη πορεία στη μεθόριο του αθηναϊκού κέντρου. Πέρασα μπροστά από τη μάντρα ενός νοσοκομείου που πάνω της ξεθώριαζε μέρα με τη μέρα το προχειρογραμμένο -και ένοχα διασκεδαστικό- μήνυμα: ΣΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΝΑ ΤΑ ΦΑΝΕ... (Τ’ΑΦΕΝΤΙΚΆ Ε!). Σκεφτόμουν τους γιατρούς που κάνουν εφημερίες στα τόσα νοσοκομεία της γειτονιάς, τους εκατοντάδες -τότε- συναδέλφους που δηλώναμε ως επαγγελματική ιδιότητα «συντάκτης εφημερίδων» και μαζί με αυτά τον κοινό παρονομαστή και μέγιστο κοινό διαιρέτη όλων μας εκεί στα Ιλίσια, στην Αθήνα, στα Βαλκάνια και στον κόσμο: το εφήμερο πέρασμά από τον κόσμο.


Οι συνειρμικές κοινοτοπίες του μυαλού, οι φευγαλέες εικόνες του δρόμου και το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης με έφεραν, αφηρημένο και νωχελικό, μπροστά στο ξύλινο τραπεζάκι που καθόταν, μόνος με το ποτό του, ο Κοροβέσης. Χαμογέλασα μέσα μου με την τύχη να βρεθώ έτσι ξαφνικά μπροστά σε έναν άνθρωπο που πάντοτε ήθελα να γνωρίσω, του έσφιξα νοερά το χέρι και προσπέρασα. Έτσι όπως θα προσπερνούσε κάποιος έναν παλιό, καλό φίλο που έχει χρόνια να συναναστραφεί. Ήθελα να του χτυπήσω φιλικά την πλάτη, να πω κάτι πρόχειρο που να δηλώνει εκτίμηση και να εξαφανιστώ. Ηθελα αλλά δίσταζα. Βρήκα εκατό δικαιολογίες σε τρία δευτερόλεπτα: να μην του χαλάσω την ησυχία, να μην φανώ «λίγος» μπροστά σε κάποιον τόσο μεγάλο κι ένα σωρό ακόμα αφελή, παιδαριώδη άλλοθι που έκρυβαν ριζωμένες ανασφάλειες. Όταν πια τον είχα αφήσει αρκετά μέτρα πίσω, έκανα απότομα μεταβολή. Αναλογίστηκα ότι τίποτε άλλο δεν βαραίνει πιο πολύ μέσα μου από το συναντήσω για ένα  λεπτό έστω το βλέμμα, τη φωνή, τη σκέψη αυτού του ανθρώπου. Εκείνου που είχε υψώσει το ανθρώπινο μπόι του μπροστά στους ανθρωποφύλακες.


Το ένα λεπτό που ζητούσα πολλαπλασιάστηκε. Ο χρόνος ξεχείλωσε κι έλιωσε σαν τα ρολόγια του Νταλί πάνω στο τραπεζάκι του με το αλκοόλ και τα σβησμένα αποτσίγαρα. Ο Κοροβέσης είχε τη φιγούρα αλλά όχι το ύφος ενός οσίου. Τους τρόπους ενός γερο-σοφού αλλά όχι το τουπέ ενός ζωντανού τοτέμ. Στις δυο ώρες που έγινα συμπότης και σύντροφός του με κέρασε δυο-τρεις μπίρες, πολλές ζεστές ματιές κι ακόμα περισσότερες, χειμαρώδεις και μεστές, κουβέντες για τις τοπικές συνελεύσεις γειτονιάς, τα στέκια αυτοοργάνωσης και τις πρωτοβουλίες αυτομόρφωσης, για την οικολογία, για τη μουσική και τη δημοσιογραφία. Χωρίς ίχνος διδακτισμού, χωρίς κανένα λούστρο αυταρέσκειας, χωρίς τον κομπασμό που θα περίμενες από έναν άνθρωπο με πλατιές σαν τον ανοιχτό ορίζοντα γνώσεις και με βαριά σαν μέταλλο βιώματα.


Δεν έχει κανένα νόημα να ανακαλέσω εδώ καίριες φράσεις ή επίκαιρες σκέψεις του που μοιράστηκε μαζί μου με απλότητα, ευγένεια και γενναιοδωρία πριν από δέκα τόσα χρόνια. Ούτε και να κοπιάρω ψήγματα της κοσμοαντίληψής του που έτσι κι αλλιώς κυκλοφορούν ελεύθερα σε τυπωμένες ή digital σελίδες που έχουν γραφτεί από εκείνον και για εκείνον.


Αυτά που μένουν στη μνήμη όσων τον άκουσαν έστω και για δυο λεπτά είναι τα ελάχιστα -η  βραχνή φωνή, η καθαρή ματιά, το ένα χέρι του στο χαμηλό ποτήρι του ποτού και το αναμμένο τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα- και δίπλα σε αυτά τα επιφανειακά, τα ουσιώδη της ύπαρξής του. Εκείνο το απόγευμα δεν με άφησε να πληρώσω ούτε ευρώ ο Περικλής. Με κέρασε έναν τρόπο -το δικό του τρόπο- να ζεις. Ένα modus vivendi δοκιμασμένο πιστά και απαρέγκλιτα πρώτα από τον ίδιο: με αυτοσυνείδηση, ανοιχτό πνεύμα, αλληλεγγύη, τόλμη και πάθος.



ΥΓ. Εκείνο το απόγευμα είχα πει ότι την άλλη φορά θα κεράσω εγώ ό,τι πιούμε. Σήμερα θα΄θελα να αφήσω πάνω στο τραπέζι ένα διστακτικό όσο κι ειλικρινές ευχαριστώ. Για όλα.